ἑλίγδην

ἑλίγ-δην, Adv., ([etym.] ἑλίσσω)
A whirling, rolling, A.Pr.882 (anap.); cf. εἱλίγδην.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλίγδην — whirling indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελίγδην — (Α ἑλίγδην) επίρρ. με περιστροφική κίνηση νεοελλ. φρ. «ελίγδην πλους» πλους με ελιγμούς για την αποφυγή υποβρυχιακών επιθέσεων …   Dictionary of Greek

  • ελίσσω — και ελίττω (AM ἑλίσσω και ἑλίττω Α και ἐλίσσω και εἰλίσσω και εἱλίσσω) 1. περιστρέφω, περιτυλίσσω 2. ελίσσομαι α) ακολουθώ κίνηση με ελιγμούς β) περιστρέφομαι, συσπειρώνομαι, κουλουριάζομαι νεοελλ. ελίσσομαι 1. είμαι ευέλικτος στις κινήσεις και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.